«Ποιητής στην Νέα Υόρκη»



«Αυτές τις μέρες είχα την τύχη ή τη δυστυχία να δω την καταστροφή του χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης. Βέβαια, το χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης είναι το χρηματιστήριο του κόσμου κι αυτή η καταστροφή δε σημαίνει τίποτα οικονομικά. Ήταν όμως τρομαχτική. Χάθηκαν δώδεκα δισεκατομμύρια δολάρια! Το θέαμα της Γουώλ Στρητ, όπου βρίσκονται οι έδρες όλων των τραπεζών του κόσμου, δεν περιγράφεται. Εγώ βρέθηκα πάνω από εφτά ώρες μέσα στο πλήθος τις στιγμές του μεγάλου πανικού. Δεν μπορούσα να φύγω από εκεί. Οι άντρες φώναζαν κι αντιδικούσαν σαν άγρια θηρία κι οι γυναίκες έκλαιγαν. Ομάδες Εβραίων φώναζαν δυνατά και θρηνούσαν στις σκάλες και στις γωνιές. Ήταν άνθρωποι που σε μια νύχτα τα 'χάσαν όλα. Οι υπάλληλοι του χρηματιστηρίου και των τραπεζών είχαν εργαστεί τόσο εντατικά, που πολλοί απ' αυτούς ξαπλώνονταν στους διαδρόμους και ήταν αδύνατο να τους ξυπνήσεις ή να τους κάνεις να σταθούν όρθιοι. Οι δρόμοι, ή καλύτερα φοβερή παράταξη των ουρανοξυστών, βρίσκονταν σε τέτοια αταξία και τέτοια υστερία, που μόνο να τους έβλεπες μπορούσες να καταλάβεις τον πόνο και την αγωνία του πλήθους. Και βέβαια, όσο μεγάλωνε ο πανικός, τόσο οι μετοχές έπεφταν κι έφτασε μια στιγμή που χρειάστηκε να παρέμβουν η κυβέρνηση και οι μεγάλοι τραπεζίτες και να αγωνιστούν για ηρεμία και αυτοσυγκράτηση. Μέσα στο πλήθος και τις φωνές και την απερίγραπτη υστερία, συνάντησα μια φίλη μου, με χαιρέτησε κλαίγοντας. Είχε χάσει όλη της την περιουσία, που ήταν πενήντα χιλιάδες δολάρια. Την παρηγόρησα κι εγώ και άλλοι φίλοι. Τα ίδια συνέβαιναν παντού. Άνθρωποι αλαφιασμένοι, κόρνες αυτοκινήτων, κουδουνίσματα τηλεφωνώ. Δώδεκα δισεκατομμύρια δολάρια χάθηκαν σ' αυτό το παιχνίδι. Να το βλέπεις και να μην το πιστεύεις.
Όταν βγήκα από εκείνη την κόλαση, στην πολυσύχναστη έκτη λεωφόρο η κυκλοφορία είχε διακοπεί. Από τον δέκατο έκτο όροφο του ξενοδοχείου Άστορ, ένας τραπεζίτης είχε ριχτεί στις πλάκες του δρόμου. Εγώ έφτασα ακριβώς την ώρα που σήκωναν τον νεκρό. Ήταν ένας κοκκινομάλλης άντρας, πολύ ψηλός. Θυμάμαι μόνο τις δυο χερούκλες του, κάτασπρες σαν αλευρωμένες, πάνω στο γκρίζο δάπεδο. Το θέαμα αυτό μου φανέρωσε μια νέα όψη του αμερικάνικου πολιτισμού και το βρήκα πολύ φυσικό. Δε θέλω να πω ότι μου άρεσε, αλλά ότι το παρατήρησα με μεγάλη ψυχραιμία κι ότι ήταν το ίδιο συγκινητικό όσο κι ένα ναυάγιο, με ολική απουσία των χριστιανικών αισθημάτων. Σκεφτόμουν με συμπόνια όλους αυτούς τους ανθρώπου με το μυαλό τους κλειστό σε όλα τα πράγματα, εκτεθειμένους στις τρομερές πιέσεις και στην ψυχρή εκκαθάριση λογαριασμών δύο ή τριών τραπεζιτών που κρατούν τον κόσμο στα χέρια του»


Απόσπασμα από ένα από τα γράμματα που είχε στείλει στους δικούς του από την Αμερική, όπου είχε ταξιδέψει το 1929-1930, ταξίδι που ενέπνευσε την ποιητική του συλλογή «Ποιητής στην Νέα Υόρκη»
Διάβαστηκε από τον Λευτέρη Βογιατζή το 1987 στα εγκαίνια της έκθεσης Σχεδίων του Λόρκα στην Πινακοθήκη. Αν και γράφηκε πριν ογδόντα χρόνια, περιγράφει τραγικά τη σημερινή κατάσταση...

Μετάφραση: Αγαθή Δημητρούκα


Δημοσίευση σχολίου

About This Blog

  © Blogger template Shush by Ourblogtemplates.com 2009

Back to TOP